αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το …πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε,
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μού ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά ― θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και του μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μού είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μού είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ’θελα να ’ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

Eftychia Panayiotou, «σύλβια»
[«μέγας κηπουρός», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων 2007]

 

Χωρίσεμεις

 

Πώς αλλιώς να τελειώσω

αφού φοβήθηκα τον πόνο

και στο πρόσωπο τα χέρια έβαλα ασπίδα

[Γιατί έπαψες να με ρωτάς;]

 

Ρολόι έγινα που τριγυρνώ σε τοίχους

σε τοίχους να θυμίζω τις ζωές χωρίς εμάς

χωρίς εμάς χωρίς εμείς χωρίσεμεις χωρίσαμε χωρίσεμας χώρισέ μας

 

Μην αναρρωτιέσαι πού γέννησες κι απόψε

[Τα ξέρω όλα χωρίς κανείς να με ρωτά

αφού ξέρω τι έμεινε κανείς να ξέρει

χωρίς να με ρωτούν

τι έχω να θυμάμαι]

 

Από δω και πέρα θα υπακούσω στο παιχνίδι σου πιστά

αφού κι άλλο παιδί γεννήθηκε και ’γώ συμπίπτω με την ώρα

[Με πονούν οι συμπτώσεις]

 

Παραληρήματα ονειρώξεων

–          τα είδε ένα παιδί

που από σένα βγήκε

μα ήταν και δικό μου

 

Πάρε στα χέρια σου λοιπόν

τα χνάρια μιας ζωής θαμμένης για πάντα

σε μιαν άμμο ακίνητη

 

Ας ήταν τουλάχιστον κινούμενη

να έπαιρνα και κάποιον άλλο μαζί μου

[Έστω και διά της βίας]

 

Δημήτρης Αθηνάκης, χωρίσεμεις, κοινωνία των (δε)κάτων, 2009.

 και μια ενδιαφέρουσα άποψη για την τέχνη από την ποιήτρια Αγγέλα Γαβρίλη:

Η τέχνη ή υπάρχει για όλους και απευθύνεται σε όλους ή δεν είναι τέχνη.
Ο καλλιτέχνης είτε λόγω ταλέντου, κλίσης, χαρίσματος ή απλά επειδή έχει την πετριά στο κεφάλι, βλέπει, ακούει, αντιλαμβάνεται περισσότερα ακριβώς όπως ο σκύλος ακούει και μυρίζει όσα ένας άνθρωπος δεν μπορεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι ανώτερος να τον βάλουμε στο βάθρο, ούτε και ο γραφικός τρελός του χωριού. Είναι ξεχωριστός μεν αλλά ταυτόχρονα είναι ένας όπως όλοι οι άλλοι – γιατί χωρίς τους άλλους δεν υφίσταται ούτε ο ίδιος ούτε το έργο του, όπως η τέχνη χωρίς απεύθυνση δεν είναι τέχνη…

Advertisements

Έπειδή πολλοί από εσάς γράφετε δικά σας ποιήματα ή διηγήματα, θα μπορούσατε να τα δημοσιεύσετε σε αυτήν την σελίδα με το όνομά σας ή με ψευδώνυμο…

Με αφορμή μια συζήτηση στο Β6, αποφασίσαμε με τους μαθητές να δημιουργήσουμε και αυτήν την σελίδα…

Κλείνω τα μάτια μου και ο εφιάλτης είναι εδώ. Κι όσο κι αν αυτό σε παραξενεύει ο εφιάλτης μου δε βρίσκεται στη στιγμή που μου ανακοινώθηκε πως δε θα ξανακουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Ο εφιάλτης μου κρύβεται στο βλέμμα των πρώτων ανθρώπων που συνάντησα μετά το ατύχημα. Έχουν περάσει πια δύο χρόνια, είμαι στα 16 και η ζωή μου συνεχίζεται. Νιώθω πως όλη η δύναμη που χάθηκε απ’τα άκρα μου φώλιασε στην ψυχή μου. Είμαι δυνατή κι ας ξέρω πως η ζωή μου θα διαδραματίζεται πια σε ένα καρότσι, κι ας ξέρω πως όταν οι άλλοι θα τρέχουν, εγώ θα κουνω τις ρόδες της καρεκλας μου.

        Δεν μπορεις να με νιώσεις, μα θέλω να με ακούσεις. Δε θέλω πια να βρίσκομαι στις σκιές των δαχτύλων όσων με καταδίκασαν, όσων με περιφρόνησαν. Δε θέλω πια να είμαι η ανάπηρη, θέλω να είμαι η Μαρίνα. Θέλω να με κοιτάς στα μάτια όχι στο καρότσι μου. Συναρμολογημένα σίδερα είναι γιατί τους δίνεις τόση αξία; Ολα όσα διαβάζεις τώρα τα έγραψα με το στόμα… Ίσως για σένα να είμαι η δυνατή, ίσως η αδύναμη. Ίσως να με θαυμάζεις, ίσως να με κοροιδεύεις. Εγώ θέλω μονάχα να σου πω πως η ψυχή μου δε μούδιασε κι αν τα πόδια μου δεν μπορούν να συρθούν ούτε για ένα βήμα, εκείνη μπορεί να φτάσει στον ουρανό…  (Γρηγορία, Β4).
 
 
 
 
 

Κι ήθελε ακόμη πολύ φώς να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα…

(Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη)

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης, ας καταγράψουμε όλοι, μαθητές και καθηγητές, ένα στίχο που μας έχει σημαδέψει…

Είναι γεγονός ότι η σημερινή κοινωνία μαστίζεται από ρατσισμό και λανθασμένα πρότυπα με αποτέλεσμα οι νέες γενιές να έχουν στερεότυπα και να διαιωνίζεται το πρόβλημα της κοινωνίας. Τα στερεότυπα περνούν στην συμπεριφορά μας κυρίως υποσυνείδητα. Λαμπρό παράδειγμα είναι ο ρατσισμός στους κακούς ήρωες των παραμυθιών που ακούμε και παρά την θέληση μας λαμβάνουμε αρνητικά μηνύματα. Χαιρόμαστε για το κακό που παθαίνει η κακία μάγισσα στο τέλος,  χωρίς να αναλογιστούμε τα δικά της συναισθήματα.

Η ιστορία,δεν μας παρουσιάζει πώς η κακία μάγισσα νιώθει και το γιατί νιώθει με αυτόν τον τρόπο. Αν εγώ ήμουν εκείνη, σίγουρα θα ένιωθα υποτιμημένη και αδικημένη. Αν είναι δυνατόν, ο καθένας που κάνει λάθος, να παραμερίζεται από την κοινωνία. Η μάγισσα δεν είναι απαραίτητα η ΄΄ κακία ΄΄ , επειδή προσπαθεί να διεκδικήσει τα όνειρα της. Έτσι και αλλιώς , το καλό επιτίθεται συνεχώς και εκείνη πρέπει να τελειώσει αυτόν τον πόλεμο και να βγει νικήτρια, όπως άλλωστε κάνει και η δύναμη του καλού. Η μάγισσα έχει ξοδέψει τα χρονιά της και είχε καταβάλει πολύ κόπο για να κατακτήσει αυτό που επιθυμεί και να αποκτήσει την εξουσία και το κύρος της. Κανείς όμως δεν την σέβεται, όλοι την μισούν εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι μάγισσα και δεν μπορούν να την καταλάβουν, αναγκάζοντας την να απομονώνεται και να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Τότε είναι που ο ρατσισμός της κοινωνίας , μετατρέπει την μάγισσα σε κακία μάγισσα και δέχεται την οργή της , έχοντας ως συνεπεία, τα καλά στοιχεία της κοινωνίας να  πολεμούν την  μάγισσα και να προκαλείται περισσότερος ρατσισμός  μέχρι τελικά να καταστραφεί. Η μάγισσα  νιώθει πως απειλείται και για αυτόν τον λόγο είναι καχύποπτη στην καλοσύνη . Θέλει να αποκτήσει δύναμη εξουσία και κύρος , αφού ποτέ δεν είχε το δικαίωμα επιλογής, καθώς οι άλλοι έπαιρναν αποφάσεις για την ίδια.Προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της , προκειμένου να πάρει την αναγνώριση και τον σεβασμό που τόσο ποθεί. Όλοι όμως την κατηγορούν που χρησιμοποιεί την μαγεία για να τα πετύχει αυτά , χωρίς όμως να σκεφτούν γιατί. Ίσως να είναι ο δικός της μοναδικός και ξεχωριστός τρόπος να καταφέρει οτιδήποτε. Άλλωστε ο καθένας θα έκανε το ίδιο στην θέση της. Πέρα όμως από αυτό υπάρχει ένας ανεξήγητος λόγος που τον πέρασε η εκκλησιά : ο φόβος ότι η μάγισσα είτε καταπολεμά τον »καλό» θεό και για αυτό πάντα χάνει , είτε έχει συμφωνία με τον »κακό» θεό σε αντάμα την καλοσύνη.

Εν τέλει νομίζω πως αυτός είναι ο κύριος λόγος που ο κόσμος ασκεί ρατσισμό στην μάγισσα : διότι φοβάται το άγνωστο, το μυστηριώδες , το διαφορετικό από τα κατεστημένα της κοινωνίας. (ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΑΝΔΑΝΑΣ(Β4)

Με λένε Αϊσέ και κατάγομαι από τη Συρία. Ήρθα στην Ελλάδα με την οικογένειά μου πριν από πολλά χρόνια. Φύγαμε από την πατρίδα μας για οικονομικούς λόγους, επειδή θέλαμε μια καλύτερη ζωή. Συχνά, όμως αναρωτιέμαι , ήταν πραγματικά καλύτερη η καινούργια μας ζωή; Αυτή είναι η ιστορία μου…

Όταν πρωτοήρθαμε στην Ελλάδα, οι ντόπιοι μας αντιμετώπιζαν με καχυποψία. «Οι βάρβαροι» έλεγαν, φοβούνταν ότι θα τους ληστέψουμε, ότι θα τους κάνουμε κακό. Κανένας δεν ήθελε να μένει στην ίδια πολυκατοικία με μια οικογένεια μεταναστών. Για το λόγο αυτό, αργήσαμε να βρούμε σπίτι και τελικά καταλήξαμε σε μια παλιά οικοδομή, οι ένοικοι της οποίας προέρχονται από ασιατικές χώρες, σε μια περιοχή που κανένας Έλληνας  δεν καταδέχεται να επισκεφθεί. Οι γονείς μου βρήκαν γρήγορα δουλειά, η μητέρα μου ως καθαρίστρια και ο πατέρας μου ως οικοδόμος. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ζωή μας στην Ελλάδα..

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η ώρα να πάω σχολείο. Στο σχολείο τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα τι σημαίνει ρατσισμός. Τα περισσότερα παιδιά δεν έκαναν παρέα μαζί μου. Θυμάμαι που καθόμουν πάντα στο τελευταίο θρανίο, πάντα μόνη μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι συμμαθητές μου με κοιτούσαν με απέχθεια, σα να έπασχα από μια μολυσματική ασθένεια. Όμως δεν πτοήθηκα από αυτές τις συμπεριφορές. Ήθελα να προοδεύσω στη ζωή μου και  ήξερα πως για να το πετύχω, έπρεπε να διαβάζω. Έτσι, στο λύκειο μου ανέθεσαν να κρατώ τη σημαία στην παρέλαση. Όταν το έμαθαν οι γονείς των υπόλοιπων μαθητών, εξοργίστηκαν και απαίτησαν από το  διευθυντή του σχολείου να μην αφήσει μια ξένη  να κρατήσει την ελληνική σημαία. Και πράγματι δεν την κράτησα!

Τώρα είμαι είκοσι χρονών και σπουδάζω ιατρική. Κατάφερα να πετύχω τους στόχους μου κόντρα σε όλους  όσους δεν πίστεψαν σε μένα.

Με λένε Αϊσέ και αγαπώ την Ελλάδα κι ας μη με αγάπησε ποτέ!