Αρχείο για Μαρτίου, 2012

Κι ήθελε ακόμη πολύ φώς να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα…

(Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη)

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης, ας καταγράψουμε όλοι, μαθητές και καθηγητές, ένα στίχο που μας έχει σημαδέψει…

Είναι γεγονός ότι η σημερινή κοινωνία μαστίζεται από ρατσισμό και λανθασμένα πρότυπα με αποτέλεσμα οι νέες γενιές να έχουν στερεότυπα και να διαιωνίζεται το πρόβλημα της κοινωνίας. Τα στερεότυπα περνούν στην συμπεριφορά μας κυρίως υποσυνείδητα. Λαμπρό παράδειγμα είναι ο ρατσισμός στους κακούς ήρωες των παραμυθιών που ακούμε και παρά την θέληση μας λαμβάνουμε αρνητικά μηνύματα. Χαιρόμαστε για το κακό που παθαίνει η κακία μάγισσα στο τέλος,  χωρίς να αναλογιστούμε τα δικά της συναισθήματα.

Η ιστορία,δεν μας παρουσιάζει πώς η κακία μάγισσα νιώθει και το γιατί νιώθει με αυτόν τον τρόπο. Αν εγώ ήμουν εκείνη, σίγουρα θα ένιωθα υποτιμημένη και αδικημένη. Αν είναι δυνατόν, ο καθένας που κάνει λάθος, να παραμερίζεται από την κοινωνία. Η μάγισσα δεν είναι απαραίτητα η ΄΄ κακία ΄΄ , επειδή προσπαθεί να διεκδικήσει τα όνειρα της. Έτσι και αλλιώς , το καλό επιτίθεται συνεχώς και εκείνη πρέπει να τελειώσει αυτόν τον πόλεμο και να βγει νικήτρια, όπως άλλωστε κάνει και η δύναμη του καλού. Η μάγισσα έχει ξοδέψει τα χρονιά της και είχε καταβάλει πολύ κόπο για να κατακτήσει αυτό που επιθυμεί και να αποκτήσει την εξουσία και το κύρος της. Κανείς όμως δεν την σέβεται, όλοι την μισούν εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι μάγισσα και δεν μπορούν να την καταλάβουν, αναγκάζοντας την να απομονώνεται και να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Τότε είναι που ο ρατσισμός της κοινωνίας , μετατρέπει την μάγισσα σε κακία μάγισσα και δέχεται την οργή της , έχοντας ως συνεπεία, τα καλά στοιχεία της κοινωνίας να  πολεμούν την  μάγισσα και να προκαλείται περισσότερος ρατσισμός  μέχρι τελικά να καταστραφεί. Η μάγισσα  νιώθει πως απειλείται και για αυτόν τον λόγο είναι καχύποπτη στην καλοσύνη . Θέλει να αποκτήσει δύναμη εξουσία και κύρος , αφού ποτέ δεν είχε το δικαίωμα επιλογής, καθώς οι άλλοι έπαιρναν αποφάσεις για την ίδια.Προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της , προκειμένου να πάρει την αναγνώριση και τον σεβασμό που τόσο ποθεί. Όλοι όμως την κατηγορούν που χρησιμοποιεί την μαγεία για να τα πετύχει αυτά , χωρίς όμως να σκεφτούν γιατί. Ίσως να είναι ο δικός της μοναδικός και ξεχωριστός τρόπος να καταφέρει οτιδήποτε. Άλλωστε ο καθένας θα έκανε το ίδιο στην θέση της. Πέρα όμως από αυτό υπάρχει ένας ανεξήγητος λόγος που τον πέρασε η εκκλησιά : ο φόβος ότι η μάγισσα είτε καταπολεμά τον »καλό» θεό και για αυτό πάντα χάνει , είτε έχει συμφωνία με τον »κακό» θεό σε αντάμα την καλοσύνη.

Εν τέλει νομίζω πως αυτός είναι ο κύριος λόγος που ο κόσμος ασκεί ρατσισμό στην μάγισσα : διότι φοβάται το άγνωστο, το μυστηριώδες , το διαφορετικό από τα κατεστημένα της κοινωνίας. (ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΑΝΔΑΝΑΣ(Β4)

Με λένε Αϊσέ και κατάγομαι από τη Συρία. Ήρθα στην Ελλάδα με την οικογένειά μου πριν από πολλά χρόνια. Φύγαμε από την πατρίδα μας για οικονομικούς λόγους, επειδή θέλαμε μια καλύτερη ζωή. Συχνά, όμως αναρωτιέμαι , ήταν πραγματικά καλύτερη η καινούργια μας ζωή; Αυτή είναι η ιστορία μου…

Όταν πρωτοήρθαμε στην Ελλάδα, οι ντόπιοι μας αντιμετώπιζαν με καχυποψία. «Οι βάρβαροι» έλεγαν, φοβούνταν ότι θα τους ληστέψουμε, ότι θα τους κάνουμε κακό. Κανένας δεν ήθελε να μένει στην ίδια πολυκατοικία με μια οικογένεια μεταναστών. Για το λόγο αυτό, αργήσαμε να βρούμε σπίτι και τελικά καταλήξαμε σε μια παλιά οικοδομή, οι ένοικοι της οποίας προέρχονται από ασιατικές χώρες, σε μια περιοχή που κανένας Έλληνας  δεν καταδέχεται να επισκεφθεί. Οι γονείς μου βρήκαν γρήγορα δουλειά, η μητέρα μου ως καθαρίστρια και ο πατέρας μου ως οικοδόμος. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ζωή μας στην Ελλάδα..

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η ώρα να πάω σχολείο. Στο σχολείο τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα τι σημαίνει ρατσισμός. Τα περισσότερα παιδιά δεν έκαναν παρέα μαζί μου. Θυμάμαι που καθόμουν πάντα στο τελευταίο θρανίο, πάντα μόνη μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι συμμαθητές μου με κοιτούσαν με απέχθεια, σα να έπασχα από μια μολυσματική ασθένεια. Όμως δεν πτοήθηκα από αυτές τις συμπεριφορές. Ήθελα να προοδεύσω στη ζωή μου και  ήξερα πως για να το πετύχω, έπρεπε να διαβάζω. Έτσι, στο λύκειο μου ανέθεσαν να κρατώ τη σημαία στην παρέλαση. Όταν το έμαθαν οι γονείς των υπόλοιπων μαθητών, εξοργίστηκαν και απαίτησαν από το  διευθυντή του σχολείου να μην αφήσει μια ξένη  να κρατήσει την ελληνική σημαία. Και πράγματι δεν την κράτησα!

Τώρα είμαι είκοσι χρονών και σπουδάζω ιατρική. Κατάφερα να πετύχω τους στόχους μου κόντρα σε όλους  όσους δεν πίστεψαν σε μένα.

Με λένε Αϊσέ και αγαπώ την Ελλάδα κι ας μη με αγάπησε ποτέ!

 

     Στις μέρες μας, πιστεύω πως γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, πόσο πιο δύσκολη γίνεται συνεχώς η καθημερινότητα και πως σιγά σιγά οι άνθρωποι αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα μέσα σε τέτοιες άσχημες καταστάσεις.

     Δυστυχώς όμως η δικιά μου η μοίρα μου επιφύλαξε το χειρότερο μέλλον. Στα 38 έχασα την δουλειά μου, με την οποία ασχολιόμουν 14 χρόνια. Τους τελευταίους μήνες δεν μας πλήρωναν καν και ως επακόλουθο ήταν να μείνω άνεργη. Φυσικά το πάλεψα και προσπάθησα να βρω επί πολλούς μήνες κάπου αλλού δουλειά. Το αποτέλεσμα ήταν οδυνηρό.. Δουλειά πουθενά, οι περισσότερες επιχειρήσεις είτε με λουκέτο είτε με λίγους εργαζόμενους, τους οποίους είχαν καταφέρει με το ζόρι να κρατήσουν, γιατί μπορούσαν να τους πληρώσουν.

    Μια γυναίκα μόνη πια, δίχως γονείς και αδέρφια, μέσα σ’ ένα σπιτάκι 70 τμ, δυο χρόνια άνεργη, τι μπορούσε να καταφέρει; Το σπίτι αδυνατούσα πλέον να το κρατήσω.. Η τιμή του πετρελαίου να αυξάνεται μέρα με την μέρα κι εγώ να μην μπορώ να βγάλω τον χειμώνα.. Τα εισιτήρια για τα αστικά να μην έχω την δυνατότητα πια να τα πληρώνω, αφού δεν μου έχει μείνει δεκάρα.. Τα χρήματα ελάχιστα, έφταναν μόνο για να αγοράσω ένα πακέτο μακαρόνια, λίγο ψωμάκι, λίγα φρούτα, για να βγάλω την επόμενη μέρα..

      Με τον καιρό, δίχως άλλη επιλογή, μάζεψα κάποια ρούχα και κανα δυο κουβέρτες και βγήκα στον δρόμο. Ποιος το φανταζότανε λοιπόν; Εγώ που περπατούσα σε πλατείες κι όταν έβλεπα αστέγους, αναρωτιόμουνα, γιατί να έφτασαν εδώ.. Μέσα σ’ αυτή τη κοινωνία όμως, λυγίζουν και οι πιο δυνατοί! Το κράτος αδιαφορεί για τους πολίτες του και δεν κάθεται κανείς να περιορίσει αυτήν την τόσο άσχημη κατάσταση.

     Εμένα πλέον μου έχει γίνει συνήθεια όλο αυτό; Να ξυπνάω και να βρίσκομαι τυλιγμένη σ’ ένα παγκάκι.. Η μόνη μου ελπίδα ένα καντηλάκι στο προσκεφάλι μου, πριν κοιμηθώ και η προσευχή μου πρωί- βράδυ για  να με βρει η επόμενη μέρα ζωντανή. Δεν χρειάζομαι καμία λύπηση απ’ τους αρμόδιους των κυβερνήσεων και τους πολιτικούς, καθώς αυτοί με οδήγησαν εδώ έξω. Θα έπρεπε να ντρέπονται γι’ αυτό το σημείο που μας έφτασαν όλους εμάς εδώ που βρίσκομαι κι εγώ.

      Η ζωή μου πια κρέμεται από ένα σχοινί. Το μόνο που θα ήθελα να τονίσω, είναι ότι αυτοί που περνάν από δίπλα μου καθημερινά και με φωνάζουν βρωμιάρα, καημένη και άφραγκη, το μόνο που καταφέρνουν είναι να δείχνουν πόσο ρατσιστές και ατομικιστές είναι. Ίχνος ανθρωπιάς κανένα.. Γιατί να μας αντιμετωπίζουν έτσι; Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως ζούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όπως κι εγώ πριν βρεθούμε εδώ.. Μόνο όμως σε περίπτωση που τους συμβεί κάτι παρόμοιο θα με καταλάβουν. Όσο όλοι κι αν έκαναν πως στεναχωριόντουσαν για μας εδώ έξω, πιστεύω ότι το κάνουν μόνο για να μας δείξουν ένα λίγο ανθρωπιστικό αλλά ψεύτικο δυστυχώς μέρος του χαραχτήρα τους.. Μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που θα έρθουν να μας δώσουν λίγη βοήθεια.. ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ. Οι μόνοι που πραγματικά νιώθουν τι περνάω είναι οι άνθρωποι που κάθε βράδυ ξενυχτούν μαζί μου, με την αγωνία για το αύριο, εδώ στον δρόμο.. Πολύ κρίμα λοιπόν για ένα κράτος με τόσους νέους ανθρώπους…

Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του ‘χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

– Το ποίημα του Γκάτσου αναφέρεται στο μπλόκο της Κοκκινιάς(παλιά προσφυγική περιοχή στον Πειραιά), όπου κουκουλοφόροι (ή αλλιώς χαφιέδες) υπέδειξαν στους Γερμανούς κατακτητές για εκτέλεση αντιστασιακούς ή όσους έκρυβαν στο σπίτι τους αντάρτες. Διάβασέ το προσεκτικά και προσπάθησε να εντοπίσεις κοινά στοιχεία με το ποίημα επί Ασπαλάθων του Σεφέρη! (Δεκτές και οι ομαδικές εργασίες!).

Ακούστε το και μελοποιημένο από το Σταύρο Ξαρχάκο, σε πρώτη εκτέλεση από τη Βίκυ Μοσχολιού:

Το όνομα μου είναι ……   Είμαι 25 χρονών και αντιμετωπίζω ένα σοβαρό πρόβλημα. Αν και είμαι τόσο νέος,  ζυγίζω μόλις185 κιλά, πράγμα που μου δημιουργεί πολλά προβλήματα στην καθημερινή μου ζωή.

       Το πρόβλημα της παχυσαρκίας δεν το απέκτησα τώρα, αλλά προέκυψε, όταν ήμουν μόλις 15 ετών. Οι γονείς μου μού έλεγαν πως τρώω πολύ, εγώ όμως ισχυριζόμουν πως έτρωγα αυτά που πρέπει. Κανένας τους,  όμως, δεν με πίστευε ή ίσως δεν ήθελε να με πιστέψει, φοβούμενοι μήπως έχω μια σοβαρή ασθένεια. Οι φόβοι τους αυτοί όμως επαληθεύτηκαν, καθώς έπασχα όντως από μια πολύ σοβαρή ασθένεια…

      Το πρόβλημα μου δεν το ήξερε σχεδόν κανένας, ούτε οι συγγενείς μου αλλά και ούτε τα παιδιά στο σχολείο. Όλοι με κορόιδευαν. Κάθε πρωί η πρώτη κουβέντα που άκουγα από τους συμμαθητές μου ήταν: ‘’κάντε στην άκρη έρχεται το τάνγκ ’’ ΄ή  ΄΄ φέρτε τα ρούχα σας να τα βάλουμε στην ντουλάπα ΄΄  Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου και το σημαντικότερο ήταν ότι όλοι αυτοί που με κορόιδευαν δεν γνώριζαν πραγματικά τίποτα για μένα. Μεγαλώνοντας, όμως, όλα αυτά τα ξεπέρασα, αν και μου έχουν μείνει ακόμα κάποια ψυχολογικά προβλήματα.

             Το δεύτερο στάδιο ήρθε, όταν πια είχα ενηλικιωθεί και αποφάσισα πως πρέπει να ελαφρύνω τους γονείς μου από τα δικά μου έξοδα . Έτσι, αποφάσισα να ψάξω για δουλειά. Αγόρασα μία εφημερίδα και άρχισα λοιπόν να αναζητώ εργασία. Σημείωσα κάποιες δουλειές, αν και ήξερα πρωτύτερα πως δεν θα με πάρουν. Γιατί πήγα?! ίσως γιατί είχα μια ελπίδα πως οι άνθρωποι έξω δεν είναι δα και τόσο κακοί!!

                                  Μπαίνοντας στο  μαγαζί, καφετερία για την ακρίβεια,  πηγαίνω αμέσως στο αφεντικό. Εκείνος με το που με βλέπει με ρωτάει: ΄΄ Τι θέλετε να πιείτε? ΄΄ Εγώ ξαφνιάστηκα. Με ένα τραύλισμα στο στόμα απάντησα πως είχα έρθει για την αγγελία. Αμέσως, εκείνος με κοίταξε απορημένος και μου απάντησε πως η εμφάνιση και τα κιλά μου δεν είναι κατάλληλα για αυτήν την δουλειά. Ένιωσα τόσο άσχημα που έσκυψα το κεφάλι στο δάπεδο, έβαλα την ουρά στα σκέλια και έφυγα.

               Φτάνοντας στο  σπίτι  άνοιξα την τηλεόραση και είδα μια διαφήμιση σχετικά με το πώς θα χάσεις εύκολα και γρήγορα κιλά. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να τρέξω να πάρω τηλέφωνο.  Όμως μέσα μου μού φώναξε η φωνή της ψυχής μου, πως δεν πρέπει να ντρέπομαι για αυτό που είμαι. Όλοι έτσι κι αλλιώς ανήκουμε κάπου. Στο κάτω-κάτω σε όποιον αρέσουμε για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε..(Ιωακειμίδου  Στέλλα  Β6)

 

 

 

 

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό. Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό. Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη με αυτά τα ρούχα. Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.

Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λέει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φάω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμίσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου. (Μασμανίδης Παύλος, Β6)