Γράψτε το δικό σας ποίημα ή διήγημα…

Posted: Μαΐου 1, 2012 in Αποδομώντας τα στερεότυπα...

Έπειδή πολλοί από εσάς γράφετε δικά σας ποιήματα ή διηγήματα, θα μπορούσατε να τα δημοσιεύσετε σε αυτήν την σελίδα με το όνομά σας ή με ψευδώνυμο…

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η οι μαθητές λένε... λέει:

    Μικρέ μου Άγγελε από Diem Nox

    Μέσα στης νύχτας τη σιωπή
    στου σκοταδιού το χάδι
    είσαι ελπίδα στη ζωή
    και φωτεινό σημάδι

    Είσαι ένα άστρο φωτεινό
    που λάμπει και τη μέρα
    και δείχνει δρόμους διαφυγής
    για να τα βγάζω πέρα

    Γι’ αυτό και εγώ σε έβγαλα
    απ’ της καρδιάς τα κάστρα
    να είσαι πάντα ελεύθερη
    μαζί με τ’ άλλα άστρα.

    Γι’ αυτό και εγώ σε έβαλα
    μες της καρδιάς τα βάθη
    να ξέρεις τι είναι το σωστό
    χωρίς να κάνω λάθη.

    Μη το αρνηθείς ότι πονάς
    και νοιάζεσαι για εμένα
    κοντά μου ποτέ δεν θα χαθείς
    σε μονοπάτια ξένα.

    Με τις σταγόνες της βροχής… από Carpe Diem

    Με τις σταγόνες της βροχής, γινήκαν’ ένα τα δάκρυά μου…
    Με το χαμό του φεγγαριού, χαθήκανε και τ’ όνειρά μου…
    Το ραδιόφωνο να παίζει μουσική,
    από τον κόσμο να λείπει η στοργή…

    Έκατσα κοντά σ’ ένα πλατύ σκαλί..
    Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει το κορμί…
    Έκλεισα τα μάτια μονομιάς,
    από τη λύπη να ξεφύγω της βραδιάς….

    Με το βλέμμα απλανές, να κοιτάζω τον κόσμο γύρω…
    Μέσα στα φώτα της πολιτείας, ζητάω να χαθώ…
    Γύρω παιδιά, η πλάση γελά…
    Κάτι μοιάζει ν’ αλλάζει τροχιά…

    Θυμήθηκα τώρα τα παλιά…
    Πλέον, η πλάση μου γελά…
    Ένα σπουργίτι τιτιβίζει δυνατά,
    την καρδιά μου τη γεμίζει με χαρά…

    Πόσο καιρό είχα να νιώσω τόσο δυνατή;
    Πόσο καιρό την αγαλλίαση στη ψυχή;
    Κάνε, Θεέ μου, να συνεχίσιει τώρα να χτυπά,
    για τούτες τις στιγμές μονάχα η καρδιά…

    Ανάμεσα στους κόσμους από De profundis

    Καθόσουν στην άκρη του κόσμου, στο τέλος της θάλασσας
    κυλούσε απ’ τα πόδια σου το πανί του χαμένου καραβιού σου και τυλιγόταν
    στο σκοτάδι με τα κύματα.
    Από μαγεία ζωγραφίστηκαν στην αγκαλιά σου και στο πανί σου αστερισμοί.

    «Μη τους κοιτάς τους αστερισμούς αυτούς. Δεν θα τους βρεις στον κόσμο σου
    Δεν τους αντέχει τους δικούς σας τους καημούς αυτός ο ουρανός»
    Κι ήταν σαν να κοιτούσες τη νύχτα στα μάτια.

    «Ποιον κόσμο ψάχνεις, παράξενη, ποια σημάδια ουρανών ακολουθείς;»
    «Τα τόσο μακρινά όσο αντέχει η μυρωδιά σου να οδηγεί τις πρύμνες μου»

    Κι έφυγες.

    Κι οι σκιές ψήλωσαν,
    Πριν προλάβω να σου πω πόσο μετάνιωσα που δεν φύγαμε μαζί για τον ίδιο
    κόσμο.

    Μην έρχεσαι τις νύχτες.
    Μπερδεύω τους ουρανούς και ψάχνω τα σχήματα της αγκαλιάς σου στα
    βράδια της θάλασσας.
    Κι όμως το φεγγάρι δείχνει βυθό.

    Δεν μου’ πες ποτέ τι μυρωδιά έχουν τα κατάρτια των ναυαγίων σου.

    Έρωτας δίχως διέξοδο… από Carpe Diem

    Πέρασα χθες από τα μέρη που συχνάζαμε…
    Είδα στιγμές που σαν πουλιά πετάξανε…
    Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά ξανά,
    Βρήκα αφορμές να σε δω ξανά…

    Ήθελα τόσο να σε δω, μα ξέρω’ δεν είναι αυτό σωστό…
    Η καρδιά μου, δυστυχώς, δε συμβαδίζει με το μυαλό…
    Πρέπει να ξεχαστώ, και σ’ άλλη αγκαλιά πια να βρεθώ…
    Μα όταν με κοιτάζεις στοργικά, νιώθω μια φλόγα στην καρδιά…

    Προχώρησα με βήματα γοργά…
    Ένα ρίγος διαπερνούσε το κορμί μου ξαφνικά…
    Τα φώτα χαμηλώσανε στη γειτονιά,
    Ένιωσα πως φτάνω στην καρδιά…

    Όρμησα να σ’ αγκαλιάσω, να σε κρατήσω σφιχτά!
    Είπα «Τώρα θα ζήσω! Τίποτα δε με σταματά!»…
    Μα ξάφνου θυμήθηκα, δε μ’ ανήκεις ολοκληρωτικά…
    Έν’ αγκάθι τρύπησε με πόνο την καρδιά…

    Ξέρεις και ξέρω, αυτό έχει σημασία!
    Νιώθεις και νιώθω, μονάχα αυτό έχει αξία!
    Θα ζούμε μαζί, στα όνειρά μας,
    με την ψυχή συνένοχη σε κάθε κοίταγμά μας…

  2. Ο/Η muse λέει:

    ΜΑΥΡΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΑΜΠΕΙ
    ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    ΠΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΡΙΓΗ
    ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΝ ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΝΩ Σ’ΕΝΑ ΒΡΑΧΟ
    ΚΑΘΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΟΥΣΑ ΤΕΡΨΙΧΑΡΗ.

  3. Ο/Η Κωστας.Π λέει:

    ΜΙΛΑΣ για αγάπη και κάθε βράδυ την σκοτώνεις με το μίσος σου , ΜΙΛΑΣ για ιδανικά ενώ δεν έχεις ιδέα το τι πραγματικά σημαίνει αυτή η λέξη , ΜΙΛΑΣ για την χαρά της ζωής και κάθε βροχερό ξημέρωμα σε βρίσκει να μετράς τα κενά σου δίχως να ΜΙΛΑΣ!

  4. Ο/Η kirty buzi λέει:

    ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

    Μα όταν πάρει μπρός
    Ο ήλιος της νυχτός
    Θα θωρεί μα εκείνο
    Θα χαθεί από μαύρα
    Αόρατα φαντάσματα που κλέβουν
    Την λαμπρότητα του
    Και την ομορφία του
    Άγρια τούτη η νύχτα μακριά του
    Χωρίς τη φωλιά του
    Και τα φιλιά του
    Χάθηκε στο σκότος και στον βορειά
    Και της νύχτας τα πουλιά
    Φωλιάζουν στην αγκαλιά
    Και εγώ φωνάζω από μακριά.

  5. Ο/Η Άννα Πετκίδου λέει:

    ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

    Κλείσε τα μάτια και πες μου τι βλέπεις,
    ένας κόσμος δικό σου η απλά ένας καθρέφτης ;
    Πρόσωπα άγνωστα , οικεία , γλυκά,
    γέλια ,χαρές και μικρά μυστικά.
    Μια αχόρταγη δίψα που δεν λέει να ησυχάσει,
    ώσπου να γίνεις και εσύ μια αόρατη όψη πάνω στη γη.
    Όμως για σένα ρισκάρεις, για σένα ελπίζεις,
    για σένα διστάζεις…
    Και το ξέρεις μπορείς , να κάνεις τα όνειρα
    τρόπο ζωής.
    Ο,τι ποθείς ,στο τέλος θα δεις
    θα το ‘ χεις κερδίσει με κόπους ψυχής.

  6. Ο/Η Δήμητρα Σ. λέει:

    Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ

    Κάποτε σε μία πόλη της Ελλάδας, στη Δράμα, ζούσε η Βάλια. Όταν ήταν μικρή, οι γονείς της συνήθιζαν να την πηγαίνουν βόλτα στην εξοχή να παίζει με τις πεταλούδες. Τις θεωρούσε πολύ όμορφες. Πιο πολύ την εντυπωσίαζαν τα χρώματα των φτερών τους. Ήταν φωτεινά κι έντονα. Δυστυχώς όμως τις έβλεπε μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι, τότε που ο καιρός ήταν ζεστός και πετούσαν ελεύθερες στον ουρανό.
    Κάποια στιγμή όμως, όλοι μεγαλώνουμε, αποκτάμε υποχρεώσεις και αλλάζουμε ενδιαφέροντα. Έτσι και η Βάλια σαν πήγε Α’ Γυμνασίου, ξεκίνησε να βγαίνει με τις φίλες της ως αργά το βράδυ, άκουγε μουσική και τα χρώματα που της άρεζαν ήταν αυτά που συνδύαζε τα ρούχα της. Πού καιρός για βόλτες στην εξοχή; Πλέον, έκανε βόλτες στο κέντρο της πόλης.
    Κι αφού πέρασαν άλλα 3 χρόνια, η Βάλια έγινε 16. Μία καλοκαιρινή ημέρα, μη έχοντας τι να κάνει, αποφάσισε να βγει μόνη να περπατήσει, μιας και όλοι της οι φίλοι έλειπαν για διακοπές. Ενώ περπατούσε χαμογελαστή, μια πεταλούδα έτυχε να περνάει μπροστά από τα μάτια της. Καθόταν και τη χάζευε μέχρι αυτή να χαθεί ψηλά στον ουρανό. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια, τότε που πήγαινε στην εξοχή κι έπαιζε μαζί τους. Αφού πέταξε η πεταλούδα πολύ ψηλά, τα μάτια της Βάλιας στράφηκαν προς το τέλος του πεζοδρομίου, όπου υπήρχε ένας κάδος γεμάτος με σκουπίδια. Μέχρι και γύρω του υπήρχαν σακούλες απορριμμάτων και άχρηστες κούτες. Τότε κοίταξε γύρω της και αντιλήφθηκε πως σε κάθε τετράγωνο της πόλης, υπήρχαν στους δρόμους σκουπίδια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βόλτας της, παρατηρούσε το φαινόμενο αυτό κι όντως είχε δίκιο! Σχεδόν σ’ όλη τη Δράμα υπήρχαν σκουπίδια!
    Την επόμενη μέρα, στις ειδήσεις είδε αυτό το πρόβλημα. Ολόκληρη η χώρα βασανιζόταν απ’ το φαινόμενο αυτό, των σκουπιδιών, το οποίο επέφερε δυσάρεστες οσμές και καταλάμβανε μεγάλες εκτάσεις σε χώρους στάθμευσης των οχημάτων. Το θέαμα αυτό προκαλούσε αηδία στη Βάλια και σε όποιον το αντίκριζε. Δεν ήταν κατάσταση αυτή. Κάποιος έπρεπε να αναλάβει δράση και να βάλει ένα τέλος σ’ όλο αυτό. Ο κόσμος ήταν δυσαρεστημένος με την κατάντια της χώρας του.
    Έτσι, έπειτα από αρκετή σκέψη, η Βάλια αποφάσισε να δράσει και να προστατεύσει τη φύση, που οι οικολόγοι αποκαλούν <> μας. Χωρίς να χάσει χρόνο, συνδέθηκε στο διαδίκτυο και παρακολούθησε διάφορα βίντεο οικολογικού περιεχομένου. Έψαξε για Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και αποφάσισε να γίνει μέλος σε ορισμένες από αυτές ενισχύοντάς τες οικονομικά, αφού τα λεφτά απ’ το χαρτζιλίκι της δε ξοδεύονταν πουθενά αλλού. Όμως ήξερε πως μόνο αυτό δεν αρκούσε. Αποφάσισε λοιπόν, το επόμενο πρωί να βγει και να καθαρίσει τα πεζοδρόμια απ’ τα πεταμένα σκουπίδια. Σαφώς χρησιμοποιούσε γάντια για να μην έρθει σε επαφή με τα μικρόβια.
    Ένα Κυριακάτικο μεσημέρι, η Βάλια ζήτησε απ’ τους γονείς της να την πάνε μια βόλτα στην εξοχή. Αρχικά, οι γονείς της εξεπλάγη, μα δεν της χάλασαν χατίρι και της πραγματοποίησαν την επιθυμία. Όταν έφτασαν, η Βάλια, αφού βγήκε απ’ το αμάξι και περπάτησε κάποια μέτρα, έριξε μια ματιά στο τοπίο γύρω της. Η εικόνα ήταν εκπληκτική! Το καταπράσινο χορτάρι έμοιαζε με στρωμένο χαλί. Ο λαμπερός, κίτρινος ήλιος φώτιζε την πλάση, ενώ τα βαμβακερά σύννεφα στόλιζαν τον καθαρό ουρανό. Οι ευωδιές της φύσης σού άνοιγαν τα πνευμόνια και τα λουλούδια φαίνονταν από ψηλά σαν χρωματιστές πιτσιλιές σε πράσινο φόντο. Όλα ήταν τόσο μαγευτικά και τόσο υπέροχα! Κάπως έτσι φανταζόταν το μέλλον όλης της Γης. Γεμάτο έντονα και ζωηρά χρώματα, όχι αυτά τα μουντά που υπάρχουν στις μεγαλουπόλεις. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν και οι πεταλούδες. Η Βάλια αποφάσισε να παίξει μαζί τους. Τις άφηνε να κάθονται στα γυμνά της χέρια κι έπειτα πετούσαν μακριά.
    Κύλησε ο καιρός και πλέον τα σχολείο είχαν ανοίξει. Επιτέλους η Βάλια θα συναντούσε τους φίλους της, οι οποίοι έλειπαν τόσο καιρό σε διακοπές. Όταν όλοι είπαν τα νέα τους και το πώς πέρασαν το καλοκαίρι, η Βάλια τους ανακοίνωσε τις αποφάσεις που είχε πάρει για να σώσει τον πλανήτη. Εκείνοι με το που το άκουσαν, άρχισαν να γελάνε. Η νεαρή μας φίλη δεν περίμενε να αντιδράσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Περίμενε να τη στηρίξουν και να την ενθαρρύνουν να κάνει κι άλλα. Μα πού στο καλό είναι το αστείο όταν κάποιος θέλει να σώσει το περιβάλλον;
    Αμέσως αποφάσισε να τους αποδείξει πως θα τα καταφέρει. Δημιούργησε δικό της κίνημα υπεράσπισης του περιβάλλοντος. Η επιρροή που άσκησε αυτή η κοπέλα στους κατοίκους της Δράμας ήταν μεγάλη. Με κατάλληλα επιχειρήματα και πολλή φαντασία κατάφερε να γίνει το πρώτο θέμα στις τοπικές εφημερίδες και κανάλια. Μέσα σε τέσσερις μήνες κατόρθωσε η ίδια και το κίνημά της να καθαρίσουν όλο το νομό, βάζοντας περισσότερους κάδους και κάδους ανακύκλωσης. Οι πρεσβύτεροι τους θαύμαζαν γι’ αυτή τους την προσπάθεια. Οι γονείς της Βάλιας ένιωσαν περηφάνια για όσα κατάφερε να κάνει η κόρη τους, αφιλοκερδώς πάντα.
    Όμως επιρροή δεν άσκησε μόνο στους ντόπιους. Στην περιφέρεια της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης δημιουργήθηκαν παρόμοιες ομάδες ακολουθώντας τη Βάλια ως παράδειγμα. Οι φίλοι της ακόμα, που δεν πίστευαν πως θα τα κατάφερνε, θέλησαν να συμβάλλουν και να συνεισφέρουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
    Πλέον έχει βάλει πλώρη για μεγαλύτερα όνειρα και παρά το νεαρό της ηλικίας της, εκπλήρωσε-σε πρώτο στάδιο-το όνειρό της. Ξέρει καλά πως θα συναντήσει δυσκολίες, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να πάει ψηλά γιατί είναι μια πεταλούδα που μόλις άνοιξε τα φτερά της…

    • Ο/Η neoellinika λέει:

      το συγκεκριμένο διήγημα κέρδισε το α΄ βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό μαθητικού διηγήματος – ποιήματος που έγινε στην Αθήνα τη φετινή χρονιά(2012). σε ευχαριστούμε Δήμητρα Σαμλίδου που μας έκανες περήφανους!

      • Ο/Η Δήμητρα Σ. λέει:

        παρακαλώ!!ήταν ιδιαίτερη τιμή για ‘μένα καθώς συμμετάσχω πρώτη φορά σε τέτοιου είδους διαγωνισμό..χαίρομαι που οδήγησα το σχολείο μου σ’ αυτή τη νίκη..εύχομαι πάντα το 3ο ΓΕΛ Δράμας να έχει τέτοιες νίκες!!

  7. Ο/Η Κατερίνα Π. λέει:

    Στοχασμοί.

    Θα διασχίζουμε ένα βράδυ τον κόσμο
    κι όλα θα μοιάζουνε θολά,
    γιατί της νύχτας η πιο σκοτεινή πλευρά γίνεται λήθαργος.

    Μέρα με την μέρα τα όνειρά μου γίνονται καπνός ,
    μα σκέψου…σκέψου πως ένα δειλινό,
    τα πράγματα θα είναι πιο ωραία και από ένα όνειρο.

    Ίδιες λέξεις με άλλο νόημα,
    μέσα στο μυαλό δεδομένα που συνεχώς αναζητώ.

    Κοίταξε ‘κει αγέλαστοι άνθρωποι, ζουν ανέκφραστοι,
    περιμένοντας ένα θαύμα.
    Μα ναι ‘σαι σίγουρος πως πως θα περάσουμε σε αντεπίθεση.
    Βλέπω πως τίποτα δεν μου ανήκει, ούτε καν εσύ.

  8. Ο/Η neoellinika λέει:

    και άλλα ποιήματα από μαθήτριες!
    1) Αμπατζίδου Μαρία

    Μα εγώ είμαι εδώ…

    Είσαι στο μυαλό μια μελωδία μαγική
    λίγο παράξενη, λίγο μελαγχολική.
    Βλέπω την κουρτίνα στο παράθυρο ανοιχτή
    και θέλω τη φωνή σου από πίσω να ακουστεί,
    το βλέμμα σου το βλέμμα μου να ψάχνει.
    Θυμάσαι άραγε αυτά που ζήσαμε μαζί
    ή τα ‘χει σβήσει σε μια νύχτα το φεγγάρι;
    Με τρομάζει να ξέρω πως είσαι κάπου εκεί
    τόσο κοντά….τόσο μακριά. Και εγώ εδώ!
    Πώς σκοτώνει την καρδιά αυτό το εδώ!
    Μόνο μια λέξη αρκούσε, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο…
    Όμως κάθε φορά που προσπαθώ να προχωρήσω
    νιώθω αδύναμη τη θύμησή σου να σταματήσω.
    Κάθε μου συναίσθημα όσο κι αν θέλω να το σβήσω
    είσαι εσύ που, κάπως, με κρατάς πάντα πίσω.
    Είναι τόσο λάθος να προσπαθώ συνεχώς να σ΄αγαπώ;
    Να μην θέλω να σε βγάλω από το μυαλό
    και τις στιγμές μας σ’ ένα κουτί βαθειά μέσα μου να κρατώ.
    Μα να θυμάσαι μόνο αυτό, είσαι δικός μου όπου κι αν πας
    ό,τι κι αν κάνεις, όποια μάτια κι αν κοιτάς.

    2) Ιωάννα Παπαδή

    Πέφτω κάτω
    Πέφτω κάτω
    και ξανά σηκώνομαι.
    Πέφτω κάτω, όταν με πονάνε,
    και η αλήθεια είναι πως όλοι πονάνε.
    Πέφτω κάτω, γιατί είμαι άνθρωπος
    και λυγίζω, και όλοι με λυγίζουνε.
    Πέφτω κάτω, όταν μένω μόνη μου,
    και όλοι μένουμε κάποια στιγμή μόνοι μας.
    Πέφτω κάτω όμως και ξανά σηκώνομαι.
    Βλέπω τη ζωή μου από εδώ.
    Από χαμηλά
    είναι ωραία,
    γιατί μαθαίνω
    να εκτιμώ
    τα ψηλά γράμματα.
    Και καθώς σηκώνομαι, βλέπω όλους εσάς
    που δεν πέσατε ποτέ.
    Αντιλήφθηκα ότι όταν εσείς θα πέσετε,
    θα πέσετε στα μαλακά,
    και δε μου άρεσε.
    Πότε θα μείνετε μόνοι σας;
    Πότε θα λυγίσετε;
    Να μας αφήσετε και να πέσετε.
    Να αλλάξουμε, να σηκωθούμε ξανά.
    Άμα πέσω κάτω,
    και δεν σηκωθώ,
    θα έχουμε πέσει όλοι μαζί,
    θα έχετε πέσει και εσείς μαζί μας!

    3) Γεωργία Βασιλείου

    Ναυάγια

    Περπατάω δίπλα στη θάλασσα
    κοιτάω πέρα τα ναυάγια
    ένας βυθός γεμάτος κρυμμένες ιστορίες

    Σκέφτομαι, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα βυθιστείς
    πότε θα καθηλωθείς σε ένα βυθό
    μακριά απ’ όλους
    από εκεί που ανήκεις

    Όμως τα ναυάγια φαίνεται να προσαρμόστηκαν
    σαν να είναι κομμάτι του βυθού
    Έτσι πρέπει να γίνω;
    Κομμάτι του βυθού μου;
    Όπου βουλιάζεις μένεις ή προσπαθείς να αναδυθείς;

    4) Αρίστη Αβραμίδου

    5,5 μέτρα πάνω από τη γη
    Αλίμονο σ’ αυτόν που αποφεύγει την νηφάλια πραγματικότητα.
    Αλίμονο σ’εκείνον που την έφτυνε με στόμα ξερό κι άδεια ποτήρια.
    Αλίμονο σ’αυτόν που τις γραμμές των ορίων τις βλέπει χορδές και τις παίζει και τις σπάει
    χορεύοντας πάνω τους ακροβατώντας.

    Μα τώρα πια είσαι νεκρός.
    Κανένα τσιγάρο σου κανένα ποτήρι καμιά χορδή δεν το αλλάζει.

    Και το ‘ξερες.
    Κι ας το ‘ξερες.
    Και το ‘θελες ίσως.
    Τι σημασία έχει πια.
    Τώρα πια είσαι νεκρός.
    Περπάτησες τα πεντέμιση μέτρα κάθετα.
    Σίγουρος σαν να το ‘χες διαλέξει.

    Έμαθες που σταματάν οι άγριες κατηφόρες.
    Έμαθες πώς το ουίσκι και η βροχή ξεπλένουν αμαρτίες.
    Κι εγώ τίποτα δεν έμαθα. Ούτε κατάλαβα. Ούτε πρόλαβα.
    Μόνο μετρώ πληγές που σου άφησε ο θάνατος κι η τρέλα.

    Κι οι σκιές ψήλωσαν και κρύψαν τα πρόσωπά μας
    μαζί με την απορία – ως τότε στεγνή.

    Και τότε,
    σαν να έσπασε κάτι οδυνηρό, είδα τη θάλασσα να βγαίνει απ’τα μάτια μου
    και να πνίγει το στόμα μου.

    Παγωμένοι νιώθαμε τον χρόνο να σέρνεται πάνω μας σαν χωμάτινος ιδρώτας.
    Χωμάτινος σαν τον δικό σου όταν σε έδεναν στα λευκά κρεβάτια.

    Έσφιξαν οι αγκαλιές από τότε
    και σαν να έσκυψες λίγο το κεφάλι στην Τύχη.

    Μη προσπαθήσεις κι επόμενη φορά.
    Γιατί ό,τι πονά δε φεύγει – κι ό,τι δε φεύγει στοιχειώνει.

    Τότε πια θα είσαι νεκρός.
    Και θα ‘χει πετύχει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s