Στις μέρες μας, πιστεύω πως γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, πόσο πιο δύσκολη γίνεται συνεχώς η καθημερινότητα και πως σιγά σιγά οι άνθρωποι αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα μέσα σε τέτοιες άσχημες καταστάσεις.

     Δυστυχώς όμως η δικιά μου η μοίρα μου επιφύλαξε το χειρότερο μέλλον. Στα 38 έχασα την δουλειά μου, με την οποία ασχολιόμουν 14 χρόνια. Τους τελευταίους μήνες δεν μας πλήρωναν καν και ως επακόλουθο ήταν να μείνω άνεργη. Φυσικά το πάλεψα και προσπάθησα να βρω επί πολλούς μήνες κάπου αλλού δουλειά. Το αποτέλεσμα ήταν οδυνηρό.. Δουλειά πουθενά, οι περισσότερες επιχειρήσεις είτε με λουκέτο είτε με λίγους εργαζόμενους, τους οποίους είχαν καταφέρει με το ζόρι να κρατήσουν, γιατί μπορούσαν να τους πληρώσουν.

    Μια γυναίκα μόνη πια, δίχως γονείς και αδέρφια, μέσα σ’ ένα σπιτάκι 70 τμ, δυο χρόνια άνεργη, τι μπορούσε να καταφέρει; Το σπίτι αδυνατούσα πλέον να το κρατήσω.. Η τιμή του πετρελαίου να αυξάνεται μέρα με την μέρα κι εγώ να μην μπορώ να βγάλω τον χειμώνα.. Τα εισιτήρια για τα αστικά να μην έχω την δυνατότητα πια να τα πληρώνω, αφού δεν μου έχει μείνει δεκάρα.. Τα χρήματα ελάχιστα, έφταναν μόνο για να αγοράσω ένα πακέτο μακαρόνια, λίγο ψωμάκι, λίγα φρούτα, για να βγάλω την επόμενη μέρα..

      Με τον καιρό, δίχως άλλη επιλογή, μάζεψα κάποια ρούχα και κανα δυο κουβέρτες και βγήκα στον δρόμο. Ποιος το φανταζότανε λοιπόν; Εγώ που περπατούσα σε πλατείες κι όταν έβλεπα αστέγους, αναρωτιόμουνα, γιατί να έφτασαν εδώ.. Μέσα σ’ αυτή τη κοινωνία όμως, λυγίζουν και οι πιο δυνατοί! Το κράτος αδιαφορεί για τους πολίτες του και δεν κάθεται κανείς να περιορίσει αυτήν την τόσο άσχημη κατάσταση.

     Εμένα πλέον μου έχει γίνει συνήθεια όλο αυτό; Να ξυπνάω και να βρίσκομαι τυλιγμένη σ’ ένα παγκάκι.. Η μόνη μου ελπίδα ένα καντηλάκι στο προσκεφάλι μου, πριν κοιμηθώ και η προσευχή μου πρωί- βράδυ για  να με βρει η επόμενη μέρα ζωντανή. Δεν χρειάζομαι καμία λύπηση απ’ τους αρμόδιους των κυβερνήσεων και τους πολιτικούς, καθώς αυτοί με οδήγησαν εδώ έξω. Θα έπρεπε να ντρέπονται γι’ αυτό το σημείο που μας έφτασαν όλους εμάς εδώ που βρίσκομαι κι εγώ.

      Η ζωή μου πια κρέμεται από ένα σχοινί. Το μόνο που θα ήθελα να τονίσω, είναι ότι αυτοί που περνάν από δίπλα μου καθημερινά και με φωνάζουν βρωμιάρα, καημένη και άφραγκη, το μόνο που καταφέρνουν είναι να δείχνουν πόσο ρατσιστές και ατομικιστές είναι. Ίχνος ανθρωπιάς κανένα.. Γιατί να μας αντιμετωπίζουν έτσι; Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως ζούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όπως κι εγώ πριν βρεθούμε εδώ.. Μόνο όμως σε περίπτωση που τους συμβεί κάτι παρόμοιο θα με καταλάβουν. Όσο όλοι κι αν έκαναν πως στεναχωριόντουσαν για μας εδώ έξω, πιστεύω ότι το κάνουν μόνο για να μας δείξουν ένα λίγο ανθρωπιστικό αλλά ψεύτικο δυστυχώς μέρος του χαραχτήρα τους.. Μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που θα έρθουν να μας δώσουν λίγη βοήθεια.. ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ. Οι μόνοι που πραγματικά νιώθουν τι περνάω είναι οι άνθρωποι που κάθε βράδυ ξενυχτούν μαζί μου, με την αγωνία για το αύριο, εδώ στον δρόμο.. Πολύ κρίμα λοιπόν για ένα κράτος με τόσους νέους ανθρώπους…

Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του ‘χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

– Το ποίημα του Γκάτσου αναφέρεται στο μπλόκο της Κοκκινιάς(παλιά προσφυγική περιοχή στον Πειραιά), όπου κουκουλοφόροι (ή αλλιώς χαφιέδες) υπέδειξαν στους Γερμανούς κατακτητές για εκτέλεση αντιστασιακούς ή όσους έκρυβαν στο σπίτι τους αντάρτες. Διάβασέ το προσεκτικά και προσπάθησε να εντοπίσεις κοινά στοιχεία με το ποίημα επί Ασπαλάθων του Σεφέρη! (Δεκτές και οι ομαδικές εργασίες!).

Ακούστε το και μελοποιημένο από το Σταύρο Ξαρχάκο, σε πρώτη εκτέλεση από τη Βίκυ Μοσχολιού:

Το όνομα μου είναι ……   Είμαι 25 χρονών και αντιμετωπίζω ένα σοβαρό πρόβλημα. Αν και είμαι τόσο νέος,  ζυγίζω μόλις185 κιλά, πράγμα που μου δημιουργεί πολλά προβλήματα στην καθημερινή μου ζωή.

       Το πρόβλημα της παχυσαρκίας δεν το απέκτησα τώρα, αλλά προέκυψε, όταν ήμουν μόλις 15 ετών. Οι γονείς μου μού έλεγαν πως τρώω πολύ, εγώ όμως ισχυριζόμουν πως έτρωγα αυτά που πρέπει. Κανένας τους,  όμως, δεν με πίστευε ή ίσως δεν ήθελε να με πιστέψει, φοβούμενοι μήπως έχω μια σοβαρή ασθένεια. Οι φόβοι τους αυτοί όμως επαληθεύτηκαν, καθώς έπασχα όντως από μια πολύ σοβαρή ασθένεια…

      Το πρόβλημα μου δεν το ήξερε σχεδόν κανένας, ούτε οι συγγενείς μου αλλά και ούτε τα παιδιά στο σχολείο. Όλοι με κορόιδευαν. Κάθε πρωί η πρώτη κουβέντα που άκουγα από τους συμμαθητές μου ήταν: ‘’κάντε στην άκρη έρχεται το τάνγκ ’’ ΄ή  ΄΄ φέρτε τα ρούχα σας να τα βάλουμε στην ντουλάπα ΄΄  Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου και το σημαντικότερο ήταν ότι όλοι αυτοί που με κορόιδευαν δεν γνώριζαν πραγματικά τίποτα για μένα. Μεγαλώνοντας, όμως, όλα αυτά τα ξεπέρασα, αν και μου έχουν μείνει ακόμα κάποια ψυχολογικά προβλήματα.

             Το δεύτερο στάδιο ήρθε, όταν πια είχα ενηλικιωθεί και αποφάσισα πως πρέπει να ελαφρύνω τους γονείς μου από τα δικά μου έξοδα . Έτσι, αποφάσισα να ψάξω για δουλειά. Αγόρασα μία εφημερίδα και άρχισα λοιπόν να αναζητώ εργασία. Σημείωσα κάποιες δουλειές, αν και ήξερα πρωτύτερα πως δεν θα με πάρουν. Γιατί πήγα?! ίσως γιατί είχα μια ελπίδα πως οι άνθρωποι έξω δεν είναι δα και τόσο κακοί!!

                                  Μπαίνοντας στο  μαγαζί, καφετερία για την ακρίβεια,  πηγαίνω αμέσως στο αφεντικό. Εκείνος με το που με βλέπει με ρωτάει: ΄΄ Τι θέλετε να πιείτε? ΄΄ Εγώ ξαφνιάστηκα. Με ένα τραύλισμα στο στόμα απάντησα πως είχα έρθει για την αγγελία. Αμέσως, εκείνος με κοίταξε απορημένος και μου απάντησε πως η εμφάνιση και τα κιλά μου δεν είναι κατάλληλα για αυτήν την δουλειά. Ένιωσα τόσο άσχημα που έσκυψα το κεφάλι στο δάπεδο, έβαλα την ουρά στα σκέλια και έφυγα.

               Φτάνοντας στο  σπίτι  άνοιξα την τηλεόραση και είδα μια διαφήμιση σχετικά με το πώς θα χάσεις εύκολα και γρήγορα κιλά. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να τρέξω να πάρω τηλέφωνο.  Όμως μέσα μου μού φώναξε η φωνή της ψυχής μου, πως δεν πρέπει να ντρέπομαι για αυτό που είμαι. Όλοι έτσι κι αλλιώς ανήκουμε κάπου. Στο κάτω-κάτω σε όποιον αρέσουμε για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε..(Ιωακειμίδου  Στέλλα  Β6)

 

 

 

 

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό. Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό. Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη με αυτά τα ρούχα. Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.

Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λέει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φάω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμίσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου. (Μασμανίδης Παύλος, Β6)

             Όλα ξεκίνησαν κάποιο βράδυ που γύριζα σπίτι από το πάρτυ μιας φίλης. Ενώ περπατούσα μέσα στο σκοτάδι, ένα αμάξι σταμάτησε δίπλα μου και ο οδηγός του μου ζήτησε να του υποδείξω μια οδό και για να με ευχαριστήσει μου πρότεινε αν ήθελα να με πάει σπίτι μου. Εγώ τότε ως ένα αφελές δεκατριάχρονο που ήμουν, δέχτηκα – καθώς το σπίτι μου ήταν αρκετά μακριά. Μόνο που δεν γνώριζα τα σχέδια αυτού του κύριου. Και ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως αυτή η βραδιά θα μου άλλαζε για πάντα την ζωή…

             Ξεκινήσαμε…Aρχικά ακολουθούσε τις οδηγίες μου, έδειχνε ιδιαίτερα φιλικός και καλοσυνάτος άνθρωπος. Με ρωτούσε διάφορα πράγματα για μένα, αστειευτήκαμε, γελάσαμε. Τότε λίγο πριν φτάσουμε σπίτι μου, έστριψε και βρεθήκαμε σε ένα απόμερο και ερημικό μέρος – κάθε άλλο παρά ξένος στην πόλη ήταν – εκεί ήταν που άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έσβησε την μηχανή, κλείδωσε τις πόρτες και πλησίασε στο μέρος μου, ανακοινώνοντάς μου πως απόψε θα αργούσα να γυρίσω σπίτι. Ό,τι συνέβη μετά δεν θέλω να το θυμάμαι, μου προκαλεί οργή, αηδία και με πονάει…

            Όταν γύρισα σπίτι, η μητέρα μου κατάλαβε πως κάτι είχα, με ψιλορώτησε τι είχε συμβεί, δεν ήθελα να το συζητήσω… της είπα κάποιες σκόρπιες κουβέντες και άφησα να εννοηθεί πως δεν είχα περάσει καλά στο πάρτυ. Τι να της έλεγα; Ντρεπόμουν… φοβόμουν… μετά από περίπου δυόμιση μήνες αντιλήφθηκα πως ήμουν έγκυος και τότε αποφάσισα  να μιλήσω στην καλύτερη μου φίλη γι αυτό που μου είχε συμβεί και την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τώρα. Της ζήτησα να μην αναφέρει το γεγονός σε κανέναν, μα για καλή μου τύχη δεν με άκουσε μίλησε στην μητέρα της, η οποία με την σειρά της ενημέρωσε την δική μου.

              Οι γονείς μου δεν με στήριξαν ούτε λεπτό, μου καταλόγισαν ευθύνες και όντες παλαιών και αποστειρωμένων αρχών και αντιλήψεων αναλογίστηκαν τις συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο για την οικογένεια μας, λόγο της κλειστής κοινωνίας στην οποία ζούσαμε. Έκριναν και θεώρησαν σωστό να με στείλουν σε μια θεια μου, σε μια πόλη περίπου τριακόσια  χιλιόμετρα μακριά να συνεχίσω το σχολείο και την ζωή μου εν γένει. Ποιο σχολείο και ποια ζωή; Αυτήν που είχε σημαδευτεί και καταστραφεί για πάντα;

             Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα και ποτέ δεν θα είναι. Ο κόσμος είναι σκληρός, άλλοι με αντιμετώπιζαν με οίκτο, άλλοι με απέχθεια, πλάθοντας ιστορίες και καταλογίζοντας μου πράγματα που δεν ίσχυαν. Λίγοι ήταν αυτοί που με αντιμετώπισαν με πραγματική συμπόνια και με αγκάλιασαν. Θυμάμαι έντονα τον εαυτό μου τον πρώτο καιρό να γυρίζω σπίτι και να κλαίω ασταμάτητα και γενικά να μην βρίσκω το κουράγιο και την δύναμη να βγω έξω από αυτό και να αντιμετωπίσω την κοινωνία που περίμενε έτοιμη να με κατασπαράξει. Σιγά σιγά όμως  το συνήθισα και αποφάσισα να κάνω το καλύτερο για μένα και το παιδί που κουβαλούσα, αγνοώντας τα πικρόχολα σχόλια του κόσμου.

             Αυτή τη στιγμή ζω με την οκτάχρονη κορούλα μου και εργάζομαι σε μια γειτονική πόλη. Φυσικά το γεγονός ότι έχω παιδί, συνεχίζει να σοκάρει ακόμα και τώρα τον κόσμο, αλλά πλέον το έχω ξεπεράσει και συχνά αυτοσαρκάζομαι. Αυτό που μου έμαθε η ζωή και προσπαθώ να περάσω και εγώ στην κόρη μου είναι πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Αυτό που συνέβη στον διπλανό σου αργά ή γρήγορα μπορεί να συμβεί και σε σένα και τότε; Πώς θα ήθελες να σε αντιμετωπίσουν; Γι αυτό δεν πρέπει να κρίνεις εύκολα τον άλλο και να έχεις στερεότυπα. Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει την δική του ιστορία, μια ιστορία που ίσως να μην έχει καν διαλέξει ο ίδιος και απλώς προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε αυτήν. Μάθε να σέβεσαι τους άλλους! (Κεμετζή Ματίνα, Β6)

Ονομάζομαι  Χ και κατάγομαι από το Ιράν. Ήρθα στην Ελλάδα πριν 3 χρόνια με σκοπό την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής με περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες  ώστε να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον για μένα και την οικογένεια μου. Εδώ και 3 χρόνια αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες. Οι δουλειές που βρίσκω δεν είναι σταθερές. Το χρώμα μου και η δυσκολία μου στην γλώσσα με φέρνουν μπροστά σε κλειστές πόρτες.

Οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν μου εξασφαλίζουν τις παροχές που είναι απαραίτητες για την επιβίωση μου. Σε περίπτωση ασθένειας δεν έχω πρόσβαση σε δημόσια νοσοκομεία είτε γιατί το κράτος δεν μας παρέχει βιβλιάρια ασθενείας είτε γιατί δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μου. Αυτή τη στιγμή, ζω σε μια ετοιμόρροπη αποθήκη μαζί με άλλους τριάντα λαθρομετανάστες. Τρώω από τα σκουπίδια ή από δημόσια συσσίτια που οργανώνουν φιλανθρωπικά ιδρύματα  τα οποία προσφέρουν και ρούχα.

Εκεί, όμως, που βιώνω το μεγαλύτερο εξευτελισμό είναι στην καθημερινή μου εργασία, στα φανάρια. Οι χαρακτηρισμοί και οι χειρονομίες που δέχομαι από τους περαστικούς, με κάνουν να ξεχνώ ότι είμαι και εγώ άνθρωπος. Οι βιαιοπραγίες από νεαρούς για να σπάσουν πλάκα, όπως λένε, μου έχουν αφήσει σημάδια ψυχικά και σωματικά. Παρόλα αυτά, μέσα σ’ αυτήν την ασχήμια, υπάρχει και ανθρωπιά. Κάποιοι προσφέρουν φαγητό, γενναία  φιλοδωρήματα και μια καλή κουβέντα. Εύχομαι οι άνθρωποι γύρω μου, να συνειδητοποιήσουν ότι όλοι είμαστε  δημιουργήματα του θεού, πέρα από γλώσσα, ταυτότητα, χρώμα και θρησκεία. Ζω και ελπίζω για ένα καλύτερο μέλλον.! (Καστάρη Νατάσα, Β6)

Μιζέρια και προκατάληψη

Είμαι μια γάτα, όπως όλες οι άλλες, μόνο που είμαι μαύρη. Θα σας αφηγηθώ λοιπόν, ένα περιστατικό που μου συνέβη και το οποίο σημάδεψε τη γατίσια μου ζωή, κάνοντάς με να καταλάβω πόσο προκατειλημμένοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του κόσμου.

Όταν ήμουν μικρή, υιοθετήθηκα από τον κ. Γιώργο, ο οποίος με προσέφερε ως δώρο στην αγαπημένη του. Η ζωή μου, κυλούσε ήρεμα στο σπίτι των αφεντικών μου, αφού με αγαπούσαν πολύ και μου παρείχαν οτιδήποτε μπορεί να ολοκληρώσει τη «νιρβάνα» μιας γάτας. Εγώ, σε αντάλλαγμα, παρέμενα πιστή σε αυτούς και προσπαθούσα να δημιουργώ, όσο το δυνατόν, λιγότερα προβλήματα. Όλα ήταν τόσο ονειρικά, ώστε μερικές φορές αναρωτιόμουν αν ήταν όντως αληθινά.

Ωστόσο, η περίοδος χάριτος δεν κράτησε για πολύ. Ήρθε η στιγμή, που η σύζυγος του κ. Γιώργου έμεινε έγκυος, πράγμα που υπήρξε η αφορμή να μεταφερθεί το σπίτι μου στην αυλή. Παρόλα αυτά, τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα. Το κακό συνέβη, όταν η σύζυγος του κ. Γιώργου γύρισε μια μέρα στο σπίτι , λέγοντας: «Έχασα το παιδί!». Αμέσως μετά, ακολούθησε ένας πολύωρος καβγάς, κατά τον οποίο τα αφεντικά μου έμοιαζαν με λιοντάρια που προσπαθούν να επιβληθούν. Η σύζυγος του κ. Γιώργου, τον κατηγορούσε πως αυτός και η «γρουσούζα» η μαύρη του η γάτα ευθύνονταν για αυτό που έπαθε η ίδια και τον απειλούσε πως, αν δεν με πετούσε έξω από το σπίτι, θα έφευγε η ίδια. Ένα τηλεφώνημα σε μια θεία από τη σύζυγο του κ. Γιώργου, υπήρξε ο καταλυτικός παράγοντας της εκδίωξής μου από το σπίτι. Η σύζυγος, υποστήριζε πως η θεία της είχε διακρίνει το σημάδι μιας μαύρης γάτας στο φλιτζάνι της και πως εγώ, ήμουν μια καταραμένη γάτα που το μόνο που έκανα, ήταν να τους γεμίζω ακαθαρσίες και αρνητική ενέργεια.

Είχα καταλάβει πως το τέλος μου ήταν κοντά. Κάθε είδος φονικού εγκλήματος ,από αυτά που υπήρχαν στις ταινίες που παρακολουθούσαμε με τα αφεντικά μου, μου διαπερνούσε το μυαλό! Ήμουν πεπεισμένη όμως, πως αυτό που θα μου αναλογούσε,  ήταν μια θηλιά στο λαιμό, όπως συνήθιζε να σκοτώνει και το Φάντασμα της Όπερας. Τελικά, ο κ. Γιώργος αρκέστηκε σε ένα αβάσταχτο ξύλο με το σκουπόξυλο –καθόλου πρωτότυπο από μέρους του- το οποίο με κατάντησε λιπόθυμη και με σπασμένη την καημένη, φουντωτή ουρίτσα μου, να αιμορραγώ μέσα σε ένα σκουπιδοτενεκέ, περιμένοντας πότε θα ’ρθει το απορριματοφόρο να με μαζέψει και να με ανακυκλώσει σαν σκουπίδι, μαζί με τα υπόλοιπα.

Ένιωθα μια ζωντανή νεκρή, όλα τα πιστεύω μου για τη στοργικότητα και τη συμπόνια των ανθρώπων είχαν καταρρεύσει. Η φράση «Δε θα ξαναεμπιστευτώ τους ανθρώπους» στριφογύριζε στο γεμάτο σκέψεις μυαλό μου, ένιωθα ένα αέναο κενό, ήθελα να κλάψω αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν είχα ξαναδεί γάτα να κλαίει, οπότε δεν το έκανα!

Παρόλα αυτά, ξαναεμπιστεύτηκα τους ανθρώπους, εμποδίζοντας τις ελπίδες μου να μου ξεφύγουν. Παρόμοιες ιστορίες μου συνέβησαν από εκεί και έπειτα, στο τέλος των οποίων κατέληγα σακατεμένη και ψυχρά παρατημένη. Τελικά, αποφάσισα πως η μοίρα μου δεν ήταν να μείνω με τους ανθρώπους, των οποίων η ζωή θα έλεγα πως χαρακτηρίζεται συχνά από μιζέρια και προκατάληψη. Αρκέστηκα στην απλή ζωή του δρόμου, κρυμμένη καλά από τα αδυσώπητα βλέμματα των ανθρώπων και μακριά από κάθε είδους δεισιδαιμονία τους… (Ελευθερίου Ελένη, Β6)